Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

Φοβάστε τα αεροπλάνα;

Αγαπητοί μου φίλοι, φοβάστε τα αεροπλάνα; Αν όχι τα συγχαρητήριά μου, αν ναι σας προσκαλώ στο κλαμπ όλων αυτών που πάσχουν από το σύνδρομο: ΑΠΦΤΑ (Ανθρώπων Που Φοβούνται Τα Αεροπλάνα)…

Όπως όλοι έτσι κι εγώ χρειάστηκε να ταξιδέψω πολλές φορές με αεροπλάνο. Μία όμως φορά δε θα τη ξεχάσω ποτέ!

Δρομολόγιο: Αθήνα – Καβάλα.

Αεροπλάνο σχήματος: βελοειδούς

Άτρακτος: μικρή για τη μείωση της οπισθέλκουσας αντίστασης του αέρα.

Κατασκευαστικά χαρακτηριστικά: κάθετο χείλος προβολής στον άξονα της ατράκτου, με δυνατότητα συνεχούς μεταβολής της καμπύλης του χείλους. Τα αερόφρενα ή αεροπέδες βρίσκονταν στο πίσω μέρος της ατράκτου, ενώ τα πηδάλια ελέγχου της πορείας κινούνταν με τη μυϊκή δύναμη του πιλότου.

Πιλοτήριο: επανδρωμένο με δύο πιλότους και ορθολογιστική διάταξη των οργάνων στους πίνακες, ενώ το ταχύμετρο, το υψόμετρο, η γυροπυξίδα, ο τεχνητός ορίζοντας και ο ενδείκτης κλίσης φαίνονταν να λειτουργούν σωστά.

Στα πλαίσια της προσπάθειάς μου να απαλλαγώ από το σύνδρομο ΑΠΦΤΑ, σκέφτηκα να μην ελέγξω καθόλου και να προσποιηθώ ότι δεν με νοιάζει αν τα καύσιμα ψεκάζονται με τη μορφή λεπτών σταγονιδίων και με ισχυρή πίεση, ενώ στροβιλίζονταν στο μυαλό μου οι ηλεκτρικοί αναφλεκτήρες…

Αφού πέρασα από τη διαδικασία ελέγχου των εισιτηρίων, με πρόχειρους υπολογισμούς, λογάριασα τις 57 βαλίτσες που συνόδευαν τους επιβάτες και προς μεγάλη μου ανακούφιση, διαπίστωσα ότι ήταν πολύ λίγες για να εμποδίσουν την αεροδυναμική λεπτότητα του σκάφους, δεδομένου ότι αυτή είναι ο λόγος του τετραγώνου του εκπετάσματος της πτέρυγας προς την επιφάνειά της.

Είναι νομίζω πασιφανές ότι ξεκίνησα αυτό το ταξίδι με φανερή διάθεση να ξεπεράσω το σύνδρομό μου, παραβλέποντας πολλά και σημαντικά που σε άλλη περίπτωση θα έλεγχα ή θα σκεφτόμουν.

Τακτοποιήθηκα στη θέση μου και προς μεγάλη μου ικανοποίηση διαπίστωσα ότι πράγματι βρισκόταν πάνω ακριβώς από τους στροβιλοκινητήρες, όπως ακριβώς είχα ζητήσει… Οι υπόλοιποι επιβάτες επιβιβάζονταν σιγά- σιγά και με χαιρετούσαν όλοι, διότι νόμιζαν ότι αποτελώ προσωπικό του αεροπλάνου, αφού λεπτά και διακριτικά πέρασα πρώτη στην ουρά… Είναι μία από τις λίγες παραξενιές μου όταν ταξιδεύω με αεροπλάνο να επιβιβάζομαι πρώτη, ώστε να μπορώ με ησυχία να καταμετρώ τις αντισφυξιογόνες μάσκες και τα σωσίβια. Δε βαριέστε μια ακόμη ανώδυνη παραξενιά…

Δίπλα μου ακριβώς κάθησε ένας 90χρονος ταλαιπωρημένος, σχεδόν ανάπηρος κύριος, αυτό δεν με στεναχώρησε ίσα- ίσα ο άνθρωπος στάνταρ αν πέθαινε θα ήταν από φυσικά αίτια, δεν νομίζω να άντεχε ούτε ένα κενό αέρος.

Η πτήση ξεκίνησε και του πιασα το ροζιασμένο, γεμάτο πανάδες, τρεμάμενο χέρι… Μου φάνηκε τόσο όμορφος! εκείνη τη στιγμή, τον ερωτεύτηκα! Κι ενώ ήμουν έτοιμη να του δοθώ, την ρομαντική αυτή στιγμή διέκοψε μια πορτοκαλάδα που ήπια μονορούφι για να μη χάσω λεπτό απ την αίσθηση, του νεκρού ίσως, αυτού κυρίου…

Το παίζω άνετη ανοίγω την βιντεοκάμερά μου και καταγράφω τα σύννεφα, (μούφα, καταγράφω την επίδειξη σωστικών μέτρων, μήπως χρειαστεί). Δεδομένης της κακοκαιρίας που επικρατούσε εκείνη την ημέρα, ο πιλότος μας ενημερώνει με τις φωτεινές επιγραφές να προσδεθούμε. Δέθηκα τόσο σφικτά που κόντεψαν να μου φύγουν οι σάλπιγγες, (δε γαμιέται παιδί είχα κάνει). Δένω και τον παππού τόσο σφικτά, που κόντεψε να χωριστεί τώρα στα στερνά του, σε δύο μέρη…

Και αρχίζει το πάρτυ… Μωρά να κλαίνε, γυναίκες να τσιρίζουν, ποτήρια να πέφτουν και ο παππούς έχει μείνει άφωνος…Είχα ακούσει ότι το σεξ στο αεροπλάνο χαλαρώνει, αλλά τον είχα δέσει τόσο σφικτά το φουκαρά, που το «μόριο» μάλλον είχε μετατραπεί σε υπόθετο.

«Ηρεμήστε» του λέω, ανοίγω την κάμερα και τη βάζω ανάμεσά μας, για να ξαναθυμηθούμε τι κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις…. Ο παππούς έχει γουρλώσει τα μάτια κι εγώ αισθάνομαι μια προσωρινή ανακούφιση, τουλάχιστον ένας από τους δύο θα ναι ψύχραιμος να παρακολουθήσει τα σωστικά μέτρα, μήπως και στη συνέχεια χρειαστούν…

Το ανεξήγητο χαμόγελο του παππού με προβλημάτισε και για μια στιγμή ξέχασα την ακτινωτή διάταξη των κυλίνδρων του αεροπλάνου και κοίταξα στην κάμερα…Πρώτη μούρη η αφεντονομουτσουνάδα μου με μαγιώ στο Πόρτο Χέλι να τρέχω και από πίσω, τρέχει ο καλός μου με τα μύγδαλα… Για ξεκάρφωμα του λέω: «έχω το ίδιο μαγιώ και σε μαύρο, μου πάει δε βρίσκετε;»

Με εκείνα και με τάλλα προσγειωθήκαμε ομαλά, ο παππούς με ευχαρίστησε γιατί του γιάτρεψα τη χρόνια κήλη, εξαιτίας του σφικτού δεσίματος, κι εγώ αναφώνησα:
«Είμαι η Λούσυ και δεν φοβάμαι πια τα αεροπλάνα»